26 Μαΐου: ψηφίζουμε Μέτωπο Ρήξης και Ανατροπής στο δήμο Θέρμης (αφίσα)

Advertisements

Συνέντευξη του υποψ. περιφερειάρχη της Ανταρσίας στην Κ. Μακεδονία Θ. Αγαπητού στη Μαρκέλλα Μικέλη και το Ράδιο Ε103

Ο υποψήφιος περιφερειάρχης Κεντρικής Μακεδονίας με την Ανταρσία στην Κ. Μακεδονία-Αντικαπιταλιστική Αριστερά, Θανάσης Αγαπητός μίλησε στη δημοσιογράφο Μαρκέλλα Μικέλη και το Ράδιο Ε103 των Σερρών.

Η διάλυση της βιομηχανίας ζάχαρης από ΕΕ και πολυεθνικές

Η διάλυση της βιομηχανίας ζάχαρης από ΕΕ και πολυεθνικές

Δημήτρης Σταμούλης

Λουκέτο

Τέλος εποχής για την Ελληνική Βιομηχανία Ζάχαρης (ΕΒΖ), τη μεγαλύτερη εγχώρια καθετοποιημένη αγροτική βιομηχανία που στο απόγειό της είχε φτάσει να διαθέτει τρία ζαχαρουργεία (Πλατύ Ημαθίας, Σέρρες, Ορεστιάδα), ένα εργοστάσιο επεξεργασίας σπόρων, τρία κέντρα διανομής (Αθήνα, Λάρισα, Χανιά), ακόμα και μονάδα ηλεκτρομηχανολογικών κατασκευών, ενώ το 2000 απέκτησε και δύο μονάδες στη Σερβία. Μέχρι την ερχόμενη Τετάρτη 13/2 θα ξεκαθαρίσει και το πρόγραμμα «εξυγίανσής» της όσον αφορά την ανεύρεση χρηματοδότη και στην καλύτερη περίπτωση ζητούμενο είναι μια περιορισμένη καμπάνια ζάχαρης ίσα-ίσα για να μην κλείσει το εργοστάσιο και στο Πλατύ.

Την ημέρα αυτή θα πρέπει, είτε οι λεγόμενοι «στρατηγικοί επενδυτές» είτε η ομάδα τευτλοπαραγωγών που έχει συστήσει εταιρεία με σκοπό να ενοικιάσει το εργοστάσιο για να το λειτουργήσει η ίδια, να εμφανιστούν με δεσμευτική πρόταση και συγκεκριμένο πλάνο για την ενοικίαση αντίστοιχα. Εάν δε γίνει τίποτα από δύο, αυτομάτως θα ενεργοποιηθεί το plan b της Τράπεζας Πειραιώς με υπαγωγή της ΕΒΖ στο άρθρο 106β του πτωχευτικού κώδικα.

Απόρροια όλων των πολιτικών που εφάρμοσαν οι εγχώριες κυβερνήσεις ειδικά από την περίοδο που η Ελλάδα εισήλθε στην ΕΟΚ -μετέπειτα ΕΕ, εφαρμόζοντας κατά γράμμα τις ντιρεκτίβες της, την πολιτική των ποσοστώσεων και της συρρίκνωσης της αγροτικής παραγωγής, ήταν η διαρκής μετάπτωσή της στις ζημιογόνες εταιρείες. Από το 2015 έως και τον Ιούνιο του 2018, η εταιρεία παρουσίασε ζημίες ύψους 160 εκατ. ευρώ. Τα ετήσια δε έσοδα, από 80 εκατ. ευρώ στη χρήση του 2015, συρρικνώθηκαν στα 19 εκατ. ευρώ. Μόνο στη χρήση του 2018 (Ιούλιος 2017-Ιούνιος 2018) η εταιρεία είχε έσοδα 19,1 εκατ. ευρώ και κόστος πωλήσεων 36 εκατ. ευρώ. Πώς φτάσαμε όμως ως εδώ; Ποιες πολιτικές οδήγησαν στη συρρίκνωση ενός βασικού αγροτικού προϊόντος; Τι ρόλο διαδραμάτισε σε αυτή την εξέλιξη η ΕΕ με την Κοινή Αγροτική Πολιτική (ΚΑΠ) της;

Μια προδιαγεγραμμένη πορεία απαξίωσης

Απαιτείται ρήξη με τις πολυεθνικές και έξοδος από τον «κορσέ» της ΕΕ

Η ΕΒΖ δραστηριοποιείται στην παραγωγή και εμπορία λευκής κρυσταλλικής ζάχαρης και των παραπροϊόντων της. Είναι ο μοναδικός παραγωγός ζάχαρης στην Ελλάδα, που βασιζόταν όλα αυτά τα χρόνια στα άριστης ποιότητας ελληνικά ζαχαρότευτλα, τα οποία  καλλιεργούνταν σε περιοχές όπως η Μακεδονία, και χαρακτηρίζονταν από υψηλή απόδοση ζάχαρης.

Μπορεί το 1979 η Ελλάδα να μελετούσε την κατασκευή του έκτου της ζαχαρουργείου, στα σύνορα Τρικάλων-Καρδίτσας, αλλά μερικά χρόνια αργότερα, η ΕΕ και οι τότε κυβερνήσεις ΠΑΣΟΚ-ΝΔ αποδέχτηκαν πλήρως την πολιτική των ποσοστώσεων και των τελών συνυπευθυνότητας που οδήγησαν στη σημερινή ταφόπλακα τον κλάδο. Επιβάλλοντας το πόση ζάχαρη θα παράγει η Ελλάδα και το πόσο θα περικόπτεται η επιδότηση όταν η αγροτική παραγωγή ζαχαρότευτλων υπερέβαινε τα όρια που είχε θέσει η ΕΕ. Το πλεόνασμα αυτής της παραγωγής δεν θα το έπαιρναν τα εργοστάσια, οι αγρότες θα υποχρεώνονταν να λάβουν μικρότερες ποσότητες σπόρων και άλλα ανάλογου χαρακτήρα «τιμωρητικά» μέτρα.

Σημείο-σταθμός αυτής της αντιαγροτικής πολιτικής της ΕΕ ήταν το 2006, όταν οι υπουργοί Γεωργίας ενέκριναν τη ριζική μεταρρύθμιση του τομέα ζάχαρης με απώτερο στόχο η καλλιέργεια να περιοριστεί ουσιαστικά στη λωρίδα Λονδίνου-Πράγας. Τότε αποφασίστηκε η κατά 36% περικοπή της εγγυημένης ελάχιστης τιμής της ζάχαρης (από 631,9 ευρώ/τόνο το 2006-2007 σε 404,4 ευρώ/τόνο από το 2009-2010) στην αποζημίωση των γεωργών και η δημιουργία του Ταμείου Αναδιάρθρωσης με σκοπό τη χρηματική αποζημίωση των λιγότερο ανταγωνιστικών παραγωγών που θα επέλεγαν να διακόψουν τη δραστηριότητά τους.

Το πρόγραμμα για την αναδιάρθρωση του ευρωπαϊκού τομέα ζάχαρης διήρκησε τρία χρόνια (2006-2009) και είχε ως αποτέλεσμα την αποποίηση 5,8 εκατ. τόνων ζάχαρης ποσόστωσης, με αποτέλεσμα η ευρωπαϊκή ποσόστωση για τη ζάχαρη να μειωθεί στους 13,3 εκατ. τόνους. Το διάστημα 2007-2008, στο πλαίσιο του προγράμματος αναδιάρθρωσης, η Ελλάδα αποποιήθηκε το 50,01% της εθνικής της ποσόστωσης με αποτέλεσμα αυτή να ανέλθει συνολικά στους 158.702 τόνους από 317.502 που ήταν αρχικά. Αυτή την περίοδο, με αντάλλαγμα 87 εκατ. ευρώ, η χώρα μας από τα πέντε εργοστάσια ζάχαρης έκλεισε τα δύο (Λάρισα και Ξάνθη) με σκοπό δήθεν να μετατραπούν σε εργοστάσια παραγωγής βιοαιθανόλης. Συνέπεια όλων των παραπάνω ήταν 30.000 άνθρωποι στην βόρεια Ελλάδα, αγρότες, εργαζόμενοι κ.λπ, να πεταχτούν στο δρόμο αφού η καλλιέργεια από 400.000 στρέμματα το 2006 έπεσε στα 55. 000 στρέμματα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ευρωπαϊκή Ένωση και γεωργική παραγωγή

γράφει ο Γιώργος Κάργας, Γεωπονικό Πανεπιστήμιο Αθηνών

Στο παρόν άρθρο εξετάζονται εν συντομία οι βασικές αλλαγές της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής (ΚΑΠ) από το 1980 μέχρι σήμερα. Στη συνέχεια επιχειρείται μια αποτίμηση αυτής της πορείας όπου εστιάζουμε την προσοχή μας σε επτά βασικούς άξονες. Βασικό συμπέρασμα είναι ότι η ΚΑΠ τροφοδότησε και ενίσχυσε μια ραγδαία καπιταλιστική ανάπτυξη στη γεωργική παραγωγή. Ως εκ τούτου εμφανίζεται μεγάλη συγκέντρωση και συγκεντροποίηση της παραγωγής, καταστροφή των μικροαγροτών και επέκταση της μισθωτής εργασίας. Τέλος, ασκείται κριτική σε απόψεις που ανάγουν σε κύριο πρόβλημα της αγροτικής παραγωγής το ζήτημα των εισαγωγών λόγω «αποδιάρθρωσης του παραγωγικού ιστού» και γίνεται προσπάθεια να τεκμηριωθεί η άποψη ότι η έξοδος από την Ευρωπαϊκή Ένωση (ΕΕ) είναι αναγκαίος όρος για το άνοιγμα ενός άλλου δρόμου και για την αγροτική παραγωγή.

Έχει αξία να παρακολουθήσει κάποιος τα κυριότερα επιχειρήματα των αστών πολιτικών ακόμα και από τη συζήτηση στη Βουλή το 1962 για την κύρωση της Συμφωνίας Σύνδεσης. Ένας από τους κυριότερους εκπροσώπους τους, ο τότε υπουργός Συντονισμού Παναγιώτης Παπαληγούρας, έλεγε:

Πράγματι, κ. βουλευταί, η σύνδεσις καθιστά δυνατήν την δημιουργίαν μεγάλων και εκσυγχρονισμένων παραγωγικών μονάδων, διανοίγει εξαγωγικάς ευκαιρίας υπέρ των κλασσικών αγροτικών εξαγωγικών προϊόντων […] τα οποία μέχρι τούδε δεν εξήγοντο. Διανοίγει ευκαιρίας εξαγωγικάς διά τα βιομηχανικά και βιοτεχνικά μας προϊόντα. […] Θα παράσχη ευκαιρίας απασχολήσεως του εργατικού δυναμικού και θα στερώση την βάσιμον ελπίδα, ότι σιγά σιγά, αναπροσαρμοζομένης της όλης μας οικονομίας και αναπτυσσομένης συμφώνως προς τα ευρωπαϊκά μέτρα, σιγά σιγά και οι Έλληνες εργαζόμενοι θα απολαύσουν εκείνων των αγαθών, που απολαμβάνουν και οι Ευρωπαίοι συνάδελφοί των. […] Η Κοινή Αγορά παρέχει την ευχέρεια ορθολογικωτέρας κατανομής έργων. Η Κοινή Αγορά τέλος δημιουργεί μείζονα ευκινησίαν και δυνατότητας σωρευτικής χρησιμοποιήσεως κεφαλαίων. Ειδικώτερον, εις την περίπτωσίν μας θα έχωμεν προσέλκυσιν ξένων κεφαλαίων μεγαλυτέραν από ό,τι έχομεν σήμερον, διότι θα αξίζη περισσότερον τον κόπον να κάμη τις μίαν επιχείρησιν εις την Ελλάδα, εφ’ όσον αυτή θα συγκροτηθή κατά τα πλέον εκσυγχρονισμένα κριτήρια παραγωγής, διότι θα είναι δυνατόν να είναι εξειδικευμένη και διότι θα απευθύνεται εις μίαν αγορά 170 εκατομμυρίων κατοίκων. Επιτρέπει η οικονομική ένωσις, εάν εμβαθυνθή και μείζονα ευκινησία εις το εργατικό δυναμικό.Κομμουνιστική Επιθεώρηση, 2014

Πενήντα τέσσερα χρόνια μετά οι πολιτικοί τους εκπρόσωποι επαναλαμβάνουν τα ίδια ακριβώς πράγματα κατηγορώντας μάλιστα για «ξύλινη γλώσσα» όσους παλεύουν ενάντια στις συνέπειες της ένταξης στην ΕΕ και για έξοδο από αυτήν. Πενήντα τέσσερα χρόνια από τότε και τριάντα επτά χρόνια από την ένταξη στην ΕΕ τα παπαγαλάκια των ειδήσεων των 8 μ.μ. μας λένε πάλι για εξαγωγές, για προσέλκυση επενδύσεων, για απασχόληση κ.λπ.

Ειδικότερα η ΚΑΠ, στα τριάντα επτά αυτά χρόνια, ανάλογα με τους ενδοϊμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς, τις ταξικές αντιπαραθέσεις και τις ανάγκες του κεφαλαίου υπέστη πολλές διαφοροποιήσεις και μεταμορφώσεις. Παρακάτω θα αναφερθούμε εν συντομία στις βασικές αλλαγές που συντελέστηκαν αλλά και στους στόχους που αυτές εξυπηρετούσαν.

Ο προϋπολογισμός συνολικά της ΕΕ αποτελεί περίπου το 1% του ακαθάριστου ευρωπαϊκού προϊόντος και διατηρείται σχετικά σταθερός ως ποσοστό κατά τη διάρκεια των τελευταίων 3-4 δεκαετιών (Μπουρδάρας, 2008). Αρκετά ενδιαφέρον σημείο όσον αφορά την αστική προπαγάνδα είναι το γεγονός ότι έχει καταφέρει να διαμορφώσει το στερεότυπο πως τα χρήματα που παίρνουμε από τον κοινοτικό προϋπολογισμό είναι κάτι σαν χάρισμα, αποκρύπτοντας την αλήθεια, ότι δηλαδή αυτός ο προϋπολογισμός προκύπτει από τη φορολογία των λαών της Ευρώπης. Από τον προϋπολογισμό αυτό, στην αρχική περίοδο η ΚΑΠ απορροφούσε το 75%, ενώ σήμερα της αντιστοιχεί το 45%, με στόχο περίπου το 35% το 2020 (Μπουρδάρας, 2008).

Ως τα τέλη της δεκαετίας του 1980 η ΚΑΠ ήταν επικεντρωμένη στην οργάνωση των γεωργικών αγορών και στη στήριξη των τιμών των προϊόντων, όπου κυριαρχούσαν οι άμεσες ενισχύσεις με βάση το προϊόν (ανά στρέμμα, ανά κιλό ή ανά ζώο).

Συνοπτικά, η ΚΑΠ αυτής της περιόδου, για την οποία τόσος λόγος γίνεται μέχρι και σήμερα, κυρίως στόχευε:

  • Να τροφοδοτήσει το αγροτοδιατροφικό σύμπλεγμα με φθηνές πρώτες ύλες.
  • Να στηρίξει τις εξαγωγές των ευρωπαϊκών αγροτικών προϊόντων στον υπόλοιπο κόσμο αλλά και να διευρύνει την ενιαία εσωτερική αγορά ενισχύοντας ειδικά τη θέση και την κερδοφορία των μεγαλοαγροτών, των εμποροβιομηχάνων, των πολυεθνικών κ.λπ. Δεν είναι τυχαίες οι ποσοστώσεις στα προϊόντα που είχαν επιβάλει στο εσωτερικό της τότε ΕΟΚ, ώστε και διοικητικά να είναι κατοχυρωμένη η θέση των βιομηχανιών γάλακτος και κρέατος της Γερμανίας καθώς και άλλων προϊόντων. Στην ουσία, οι ποσοστώσεις στην αγροτική παραγωγή αντανακλούν τους συσχετισμούς δύναμης ανάμεσα στις αστικές τάξεις της ΕΕ, με όφελος βέβαια πάντα για τις ηγεμονικές μερίδες του κεφαλαίου.
  • Να διευκολύνει την «ορθολογική» καπιταλιστική ανάπτυξη της υπαίθρου στη νότια Ευρώπη, όπου μετά την είσοδο της Ελλάδας, της Ισπανίας και της Πορτογαλίας προστέθηκαν στην ΕΕ εκατομμύρια μικροαγρότες, αλλά και ταυτόχρονα να προωθήσει τις κοινωνικές συμμαχίες του κεφαλαίου με αυτά τα στρώματα.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΑΝΤΑΡΣΥΑ: «Ασύμμετρη απειλή» για ανθρώπους και περιβάλλον η καπιταλιστική ανάπτυξη δείχνουν οι καταστροφικές πυρκαγιές

Αποζημίωση των θυμάτων και προστασία των χτυπημένων περιοχών από τα εμπρηστικά συμφέροντα

Η μόνη «ασύμμετρη απειλή» που ευθύνεται για τις καταστροφικές πυρκαγιές στην Ανατολική Αττική, την Κορινθία και σε Φθιώτιδα, Χανιά, Έβρο είναι η καταστροφική ανάπτυξη υπέρ της κερδοσκοπίας του κεφαλαίου. Τα κέρδη μπαίνουν πάνω από τους ανθρώπους και το φυσικό περιβάλλον.

Η κοινωνία χτυπήθηκε από τις συνέπειες των καταστροφικών πυρκαγιών αβοήθητη σχεδόν από τον κρατικό μηχανισμό, με την πυροσβεστική αποδιαρθρωμένη και αποστελεχωμένη και το προσωπικό της να κάνει ηρωικές προσπάθειες, τη δασική υπηρεσία διαλυμένη και τραγική την έλλειψη προληπτικών μέτρων. Όπως λίγους μόνο μήνες πριν χτυπήθηκε από τις καταστροφικές πλημμύρες με δεκάδες νεκρούς.   

Η χώρα είναι η δεύτερη σε εξοπλιστικές δαπάνες στο ΝΑΤΟ, αλλά δεν έχει τη στοιχειώδη υποδομή να αντιμετωπίσει τους εμπρησμούς και τις πλημμύρες που προκαλεί η εργολαβική ασυδοσία. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ και η Περιφέρεια Αττικής κρύβονται πίσω από τα μεγάλα λόγια και την επίκληση της θεομηνίας. Ακολουθούν την τακτική που ακολουθούσαν για δεκαετίες ΝΔ και ΠΑΣΟΚ που άφηναν ανεμπόδιστα τα εμπρηστικά συμφέροντα να κερδοσκοπούν στα αποκαΐδια. Αφήνουν ασύδοτη την κερδοσκοπία στην γη, τα μπαζώματα των ρεμάτων, το κλείσιμο των ακτών, που οδήγησε δεκάδες ανθρώπους να μην έχουν εύκολη οδό διαφυγής με τις γνωστές τραγικές συνέπειες.  Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Αρέσει σε %d bloggers: